
Ο Αχιλλεύς Παράσχος ρωμαντικός ποιητής του 19ου αιώνος από τας πλέον παραξηγημένας μορφάς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Παραθέτωμεν κάποιους στίχους του δια γνωριμίαν με το έργον του. Είναι από την συλλογήν Ερώτων λείψανα και επωνομάζεται Προτίμησις
Δεν θέλω κόρην άπειρον του έρωτος, δεν θέλω!
Δεν θέλω αθωότητα δειλήν, ερυθριώσαν.
Eίν’ εύκολον εις άπειρον καρδίαν ν’ ανατέλλω,
Λατρεύουσαν το άδηλον, το άγνωστον ερώσαν.
Ποτέ γενναίος μαχητής αόπλους δεν φονεύει·
Ψυχραίνει νίκη εύκολος την ευγενή ανδρείαν.
Zητεί αγρίαν συμπλοκήν, ζητεί να κινδυνεύει,
Kαι ισχυρού πολεμιστού να σχίζει την καρδίαν.
K’ εγώ εδέχθην φίλημα από ψυχήν παρθένον,
K’ ήκουσα στόνον συμπαθή νεάνιδος αγίας·
Aλλά το φίλημα με πυρ δεν ήτο μεμιγμένον,
Oυδ’ ήτο στόνος έρωτος ο στόνος της δειλίας.
Tοιούτος έρως παίγνιον αγάπης θεωρείται·
Kαλείται περιέργεια, ανυπομονησία…
Kαλείται ό,τι θέλετε, αλλ’ έρως δεν καλείται.
-H προανάκρουσις ποτέ δεν είναι αρμονία.
E, όσοι το ερύθημα ποθούν το τετριμμένον,
Eις το γυμνάσιον αυτό του έρωτος τους στέλλω.
Aς λάβουν άλλοι φίλημα από αγνήν παρθένον·
Eμέ, τοιούτον φίλημα κουράζει: – δεν το θέλω!
Θέλω ψυχήν ημιθανή, ψυχήν καταβληθείσαν,
Tο παν ιδούσαν και ουδέν μη έχουσαν να μάθη·
Kαρδίαν αμαρτήσασαν, καρδίαν τεφρωθείσαν,
Γνωρίζουσαν τί έπαθε, και… θέλουσαν να πάθη!
Θέλω καρδίαν ζήσασαν ταχύτερον· πεσούσαν
Nα την εγείρω, κ’ εις νεκράν ψυχήν να εμφυσήσω·
Kαρδίαν φθινοπωρινήν, ζωήν φυλλορροούσαν,
Kαι πεπτωκότα άγγελον ποθώ να ελεήσω.
Tοιούτος είμαι· προτιμώ την νύκτα της ημέρας·
Tο πίπτον φύλλον και ουχί ναρκίσσους μυροβόλους·
Aπό το άστρον της αυγής, τους δύοντας αστέρας,
Kαι προτιμώ ένα νεκρόν από τους ζώντας όλους!
Ιδού και το βιογραφικόν του ως παρατέιθεται εις την Wikipedia
Ο Αχιλλέας Παράσχος (πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου· Ναύπλιο 1838 – Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1895) ήταν Έλληνας ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα, εκπρόσωπος της πρώτης Αθηναϊκής σχολής. Παράσχος ήταν το μικρό όνομα του πατέρα του.
Γεννήθηκε το Ναύπλιο και κατάγοταν από τη Χίο. Νωρίς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από τον αδελφό του Γεώργιο (1821-1886), επίσης ποιητή. Από όσα γνωρίζουμε δεν έκανε σπουδές και κατόρθωσε να μορφωθεί από τις εφημερίδες και τα βιβλία τα οποία διάβαζε. Δεν εργάστηκε ποτέ του, καθώς χρήματα και φήμη του έδιναν μονάχα οι στίχοι του. Οι πολιτικοί της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις μόνο και μόνο για να εισπράττει μισθό.
Στα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε στη Χρυσή Νεολαία, οργάνωση η οποία είχε αντιοθωνική δράση, και εξ αιτίας της φυλακίσθηκε. Ωστόσο, όταν το 1867 πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα.
Δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στα περιοδικά Αβδηρίτης και Χρυσαλλίς. Όταν το 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματά του, εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών. Ωστόσο γρήγορα το σπατάλησε και άρχισε να ζητά βοήθεια από τους φίλους του. Ταξίδεψε στη Ρουμανία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και την Αγγλία όπου οι εκεί Έλληνες τον υποδέχθηκαν με αγάπη.
Τον Παράσχο στην εποχή του τον θεωρούσαν εθνικό ποιητή. Η φήμη του έφτασε και στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας και όταν απήγγειλε, ο κόσμος έσπευδε να τον ακούσει. Ωστόσο, η άκρως ρομαντική του ποίηση, τα μετέπειτα χρόνια παρωδήθηκε και λησμονήθηκε.
Η γλώσσα του ήταν μικτή, κυρίως καθαρεύουσα, αλλά κάποιες φορές και γνήσια δημοτική στο ύφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από τεχνικής άποψης, οι στίχοι του παρουσιάζουν κάποια ελαττώματα – όπως χασμωδίες και επαναλήψεις – και το ίδιο πολλές φορές συμβαίνει και με το περιεχόμενό τους, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ένας ατάλαντος ποιητής. Ο ποιητής χώρισε τα ποιήματά του στις ενότητες Δάφνες (πατριωτικά), Ιτέας (ελεγειακά), Χλόη (παιδαγωγικά), και Φύλλα (διάφορα).
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραψε για τον Παράσχο: «Εις πάντα αυτού τα ποιήματα θαυμάζομεν κραυγάς ανερχομένας εις τα χείλη εκ των μυχών αληθώς αλγούσης καρδίας, ευγλώττους αποστροφάς, σφοδρότητα πάθους, μεταφοράς ποιητικωτάτας». Ο Δημήτριος Βερναδάκης τον αποκάλεσε «υπέροχο» και ανάλογο θαυμασμό προς το πρόσωπό του έδειχνε και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Τέλος, για τον Κωστή Παλαμά αποτέλεσε «το λυρικό ίνδαλμα των νιάτων του».
Ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών και η κηδεία του, με είκοσι επικήδειους, συγκέντρωσε πλήθος κόσμου και έγινε παρουσία και του τότε βασιλιά, Γεωργίου Α’.